Το λημέρι στον Κίσσαβο
Ήταν 23 Απριλίου του 1803, ημέρα εορτής του στρατηλάτη Αγίου Γεωργίου. Τα παλικάρια από τα μπουλούκια στα λημέρια του Κισσάβου ήταν όλα μαζεμένα εκεί ψηλά, μέσα στη χαράδρα του μεγάλου ρέματος, για να γιορτάσουν. Χωρίς φασαρία και φωνές, ήταν μια σύναξη γεμάτη κατάνυξη, όπως και ο εκκλησιασμός που είχε προηγηθεί νωρίτερα στο σπήλαιο του Νερόλακκα.
Οι καπετάνιοι κάθε τέτοια μέρα μαζεύονταν και, ξεχνώντας τις όποιες διαφορές και αντιπάθειες μεταξύ τους, αντάλλασσαν εμπειρίες και νέους όρκους συνεργασίας.
Από κάτω, το ποτάμι κυλούσε τα σκοτεινά νερά του σχετικά ήρεμα, λόγω και των λιγοστών βροχών της εποχής. Ένα ποτάμι που, ανάλογα με το σημείο της ροής του, τόσο οι ξένοι περιηγητές όσο και οι οθωμανικές αρχές το κατέγραφαν είτε ως Ντερέ (Ρέμα) είτε ως Kara Su (Μαύρο Νερό). Πρόκειται για τον αρχαίο ποταμό Αμύρο (ή κατ' άλλους Όγχηστο), που αιώνες τώρα πήγαζε από τον Κίσσαβο, διάσχιζε το Δώτιο Πεδίο και χυνόταν στη λίμνη Κάρλα (Βοιβηίδα). Παρά τα σύγχρονα τεχνικά έργα, τα ίχνη της ροής του διατηρούνται ακόμη αναλλοίωτα, κουβαλώντας την ιστορία του.
Ο γραμματικός κοίταξε το ποτάμι και σκεφτικός αναλογίστηκε όλα όσα γνώριζε για την ιστορία του τόπου, όπως τα είχε διδαχθεί από τους ιερείς δασκάλους του. Το ποτάμι, έλεγαν, ήταν ο Άμυρος, ο γιος του θεού Ποσειδώνα. Χαμογέλασε με μια σκιά θλίψης και μουρμούρισε:
«Άμυρος τον έλεγαν οι παλιοί... Γιος του Ποσειδώνα, έλεγαν οι δάσκαλοί μου στη Βιέννη... κι εμείς σήμερα τον καταντήσαμε απλό ντερέ...»
Έριξε μια ματιά στην κούπα με το κρασί του και ενδόμυχα έκανε μια ευχή στον Άγιο για την επόμενη χρονιά: να ήταν όλοι πάλι ζωντανοί, ελεύθεροι, και όλα αυτά τα αμούστακα παιδιά τριγύρω του να είχαν την ευκαιρία να καθίσουν στα έδρανα ενός σχολείου για να μάθουν την ιστορία του τόπου τους. Μια ιστορία που θα τους δίδασκε ότι από τα ίδια κλήματα των αμπελιών της περιοχής τους έβγαινε και το κρασί των Αργοναυτών.