Ο Τζανέτος έφερε στο νου του μια παλιά ανάμνηση του από τον αρχαιολογικό μουσείο στην αρχαία Ολυμπία. Μια ανάμνηση που είχε χαραχθεί σαν μια ανεξίτηλη εικόνα στην μνήμη του. Ήτανε εκεί που στην απόλυτη ιερότητα και κατάνυξη στην μεγάλη αίθουσα του μουσείου όπου εκθετότανε στο κέντρο της το επιβλητικό άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη, διαδραματίστηκε όλη η σκηνή του μεγαλείου του απλοϊκού Έλληνα που σέβεται το παρελθόν του. Ήτανε η ιστορία ενός απλοϊκού χωριάτη με τα σκασμένα και μαυρισμένα χέρια από τον καθημερινό μόχθο που είχε πολλά χρόνια πριν οδηγήσει σε αυτόν τον χώρο την εξαμελή οικογένεια του, αποτελούμενη από τα τέσσερα παιδιά του, για να μάθουν αλλά και να θαυμάσουν το μεγαλείο της φυλής τους. Μια πράξη διδαχής που για την εκπλήρωση ενός ονείρου κάθε φτωχού ανθρώπου εκτός από τα έξοδα του ταξιδιού, έπρεπε να έχει και το αντίστοιχο αντίτιμο της εισόδου σε αυτούς τους χώρους.



