Εισαγωγή: Ο θρύλος της σπηλιάς Νικοτσάρα και του θησαυρού.
Σε νεότερες αναδιηγήσεις, στην λαϊκή μνήμη δημιουργήθηκαν και θρύλοι που έχουν συσχετιστεί με τον Νικοτσάρα, τον λεγόμενο και καπετάνιο χωρίς τόπο, ή ακόμη και ο τρελός κατά πολλούς που αν και στεριανός έγινε ο φοβερότερος κουρσάρος στο Αιγαίο Πέλαγος.
Όλυμπος, το βουνό των θεών όπου στη λαϊκή παράδοση εμφανίζονται πλήθος από θρύλους για κρυμμένους θησαυρούς και στοιχειωμένα σπήλαια.
Θέα από τα Λημέρια του Νικοτσάρα
Θρύλοι δημιούργημα από ένα μείγμα ιστορικής μνήμης και λαϊκής φαντασίας, χωρίς όμως καμία ιστορική τεκμηρίωση.
Ο Θρύλος που λέγεται στις μέρες μας, μιλά ότι σε μια σπηλιά στον Όλυμπο ο Νικοτσάρας βρήκε έναν αμύθητο θησαυρό αποτελούμενο από χρυσά νομίσματα αλλά και όπλα. Αντικείμενα που πίστεψε ότι ανήκαν στους αρχαίους Μακεδόνες και στον Μέγα Αλέξανδρο. Χρησιμοποιώντας αυτά τα χρυσά νομίσματα λέγεται ότι χρηματοδότησε την κατασκευή του στόλου των πειρατικών καραβιών του ενώ σφράγισε την σπηλιά με τα υπόλοιπα σεβόμενος την ιστορία του τόπου του.
Κατά έναν άλλο θρύλο λέγεται ότι στον τάφο του βρίσκονται θαμμένα εκτός από τα όπλα του και συγκεκριμένα το δαμασκί σπαθί του και ένας αμύθητος θησαυρός πιθανόν από τις πειρατικές του επιδρομές.
Το ερώτημα που γεννάται είναι: Άραγε ο Νικοτσάρας ανακάλυψε σύμφωνα με τους λαϊκούς θρύλους μέσα σε κάποιο σπήλαιο του Ολύμπου ένα θησαυροφυλάκιο με αμύθητους θησαυρούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου;
Το "Ποιος ήταν": Τα ιστορικά στοιχεία.
Γεννήθηκε στα Γιαννωτά Ελασσόνας το 1770 ή το 1774.
Υπήρξε μαθητής του πατήρ Άνθιμου Ολυμπιώτου στην Μονή Αγίας Τριάδος Γιαννωτάς.
Όταν δολοφονείται ο πατέρας του κληρονομεί το αρματολίκι του στο Βλαχολίβαδο, διακόπτει τις σπουδές του και φυγαδεύεται στην Άνω Μηλιά στους Λαζαίους,
Το 1792 αναλαμβάνει το αρματολίκι του Βλαχολίβαδου αλλά λόγω των προστρίβων με τον Βλαχοθόδωρο που το διεκδικούσε απομακρύνεται το 1794.
Το 1795 ο Νικοτσάρας, αποφασίζει να γίνει πειρατής. Με επιδρομή στις ακτές του Παγασητικού κόλπου, καταλαμβάνει δια της βίας λίγα μικρά πλοιάρια, τα οποία αφού εξόπλισε, άρχισε να ασκεί πειρατεία στα παράλια του Παγασητικού. Ουσιαστικά έκανε «αντάρτικο» για να χτυπήσει τους Τούρκους, αλλά και για να επιβιώσει.
Το 1798 ο Αλή πασάς, που πολεμούσε την εποχή αυτή τους Αλβανούς πασάδες και τον Πασβάνογλου, τον διορίζει και πάλι στο πατρογονικό του αρματολίκι.
Στα 1801, χάνει το αρματολίκι του και έρχεται πάλι σε συνεργασία με τους Λαζαίους ως κλεφτοπειρατής πλέον, δρώντας ανάμεσα στο Άγιο Όρος και τη Σκιάθο.
Γύρω στα 1803 συνθηκολογεί και πάλι με τον Αλή πασά μετά την καταστολή των Σουλιωτών που καλεί όλους τους αρματολούς είτε να προσκυνήσουν είτε να συνδράμουν στα σχέδια του. Εκεί ο Νικοτσάρας σε διαφωνία περί της απονομής του αρματολικιού στο Βλαχολίβαδο αλλά και για το Σούλι, δολοφονεί έναν αξιωματούχο του και αποχωρεί από τα Ιωάννινα.
Κυνηγημένος το 1803, ο Νικοτσάρας διαφεύγει αρχικά στο Βάλτο και στα Άγραφα και στην συνέχεια στον Όλυμπο, όπου ξεκινά τον αγώνα εναντίον στα στρατεύματα των Οθωμανών.
Το 1804, επιστρέφει στο αρματολίκι στο Βλαχολίβαδο, έχοντας συμμαχήσει για μια ακόμα φορά με τον Αλή πασά. Αυτή την περίοδο ο Νικοτσάρας έχοντας πλέον συμμαχήσει με τον Γιάννη Σταθά και τον παπα-Θύμιο Βλαχάβα, αλλά έχοντας και με τη μυστική υποστήριξη των Ρώσων, αυξάνει τον στόλο του στα 70 πλοία, δημιουργώντας τον Στολίσκο των Μαύρων Καραβιών και έχοντας ως βάση τη Σκιάθο.
Το 1805, παραδίδει το αρματολίκι του στα πρωτοπαλίκαρα του, και επιστρέφει στην πειρατεία.
Το 1806, οι Οθωμανοί κατορθώνουν να διαλύσουν τα μικρά ελληνικά καταδρομικά πλοιάρια.
Κυνηγημένος τότε από Οθωμανούς και τον Αλή Πασά αλλά και από τους κοτζαμπάσηδες στον Όλυμπο, καταφεύγει στη Σκιάθο και στη συνέχεια στην Ύδρα, εκεί όπου ο Λ. Κουντουριώτης τον εγγράφει ως υπήκοο της Επτανήσου Πολιτείας.
Τον Μάιο του 1807 επιστρέφει από τα Επτάνησα στις Σποράδες για να στρατολογήσει μαχητές, ενώ γίνεται παρέμβαση του Πατριαρχείου για να πειστούν οι προεστοί να τον διώξουν για χάρη την ειρήνης.
Τον Ιούνιο του 1807 κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, μεταβαίνει στην Τένεδο και σχεδιάζει με τον Ρώσο ναύαρχο Ντμίτρι Σενιάβιν επιχειρήσεις κατά των Οθωμανών. Με αυτό τον τρόπο οργανώνει δυνάμεις και από τον Όλυμπο περνά με μάχες τον Στρυμόνα και το Νευροκόπι και φτάνει μέχρι στον Αίμο κατά τον Σάθα Κ.. Στμφωνα με τον ιστορικό Βακαλόπουλο Α. αποβιβάζεται στο μετόχι της μονής Αγίου Διονυσίου του Αγίου Όρους, στο Ορφάνι και βαδίζει μέχρι την Ζίχνα όπου ο Ισμαήλ Μπέης τον αποκόπτει.

Τίτλος Χάρτη: Πορεία του Νικοτσάρα (Ιούνιος - Ιούλιος 1807) Πηγή: Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.
Κατά την μάχη της Ζίχνας υποχώρησε, κοντά στο Πράβι της Καβάλας και πολιορκείται από τις πολυάριθμες τουρκικές δυνάμεις του Ισμαήλ Μπέη.
Έπειτα από πολιορκία 3 ημερών, ο Νικοτσάρας χωρίς καμιά βοήθεια, αποφασίζει την έξοδο από το στρατόπεδό του μέσα από τις γραμμές των Οθωμανών. Η έξοδος του ήταν επιτυχής αλλά με τρομερές απώλειες, καθώς απέμειναν μόνο 60 Έλληνες μαχητές από τους 400 που διέθετε.
Αυτοί που απέμειναν πέρασαν στο Άγιο Όρος και πιθανόν φιλοξενήθηκαν στην Μονή Εσφιγμένου.
Μετά από διαμονή 15 ημερών στο Άγιο Όρος, μετέβηκε στη Σκιάθο. Εκεί αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του και αναλαμβάνει ως υπαρχηγός τον πειρατικό πλέον στόλο «Μαύρη Μοίρα» του Γιάννη Σταθά. Τότε ήταν που ύψωσαν πρώτοι την πρώτη γαλανόλευκη ελληνική σημαία.
Τον Ιούλιο του 1807 μεταβαίνει στον Όλυμπο όπου και τραυματίστηκε θανάσιμα στην παραλία κοντά στο Λιτόχωρο από χριστιανούς κάτοικους που είχαν στρατολογηθεί από τους Οθωμανούς. Στην πραγματικότητα παρά τις διάφορες θεωρήσεις, σκοτώθηκε από αδελφικά πυρά.
Πέθανε εν πλω στο πλοίο του και ενταφιάστηκε στη Σκιάθο στου Λεχωνιού το ρέμα, κοντά στη Μονή της Ευαγγελίστριας.
Το χωριό Εσκή Κιόι της Δράμας μετενομάστηκε προς τιμή του, Νικοτσάρας.
Ερευνώντας τον θρύλο. Η σύνδεση με τον Μέγα Αλέξανδρο μέσα από έγγραφα.
Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 23 ΜΑΡ 1937
Αναζητώντας την αλήθεια του θρύλου το πρώτο που έπρεπε να απαντηθεί ήταν αν όντως ο Μέγας Αλέξανδρος είχε πραγματικά στην περιοχή κάποιο θησαυροφυλάκιο.
Ήδη είναι γνωστό από τις έρευνες που έγιναν από τις ελληνικές κυβερνήσεις των αρχών του 19ου αιώνα στο Κιλκίς για το ένα θησαυροφυλάκιο από τα τέσσερα του μεγάλου Αλεξάνδρου. Έρευνες που είχαν ξεκινήσει το 1895 όταν ο αυτοκράτορας της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκος Ιωσήφ είχε αναθέσει στον Ούγγρο μηχανικό του Λαδίσλαο Κασβίνσκυ να βρει το μεταλλείο του Αβρέτ Ισσάρ με τον χρυσό και τα λάφυρα του Μεγάλου Αλέξανδρου.
Οι εφημερίδες της εποχής όπως και από τα στοιχεία που διέρρευσαν κατά τις πολύχρονες κρατικές και μη έρευνες αργότερα, αναφέρθηκαν ότι συνολικά στην Μακεδονία υπήρχαν τέσσερα μυστικά θησαυροφυλάκια του Μεγάλου Αλεξάνδρου που δημιουργήθηκαν σε ισάριθμες περιοχές.
Για το θησαυροφυλάκιο το επονομαζόμενο του Γερακιού στο Αβρέτ Ισσάρ, ήταν γνωστή η θέση του καθότι υπήρχαν πολλές πληροφορίες. Για τα υπόλοιπα τρία υπήρχαν ελάχιστα στοιχεία πλην κάποιων αναφορών των εμπλεκομένων αναζητών τα περισσότερα από Αυστριακές πηγές.
Με αυτές τις ενδείξεις και πληροφορίες εντοπίζεται και η θέση ενός από αυτά τα θησαυροφυλάκια στα Πιέρια όρη και στην ευρύτερη περιοχή του αρματολικιού του Βλαχολίβαδου μεταξύ Φτέρης, Λιβαδιού και Παλιογράτσανου.
Λογικό λοιπόν θα φαινόταν να βρεθεί και το σφραγισμένο θησαυροφυλάκιο, μιας η περιοχή ανήκε στο αρματολίκι του Βλαχολίβαδου που ο Νικοτσάρας το γνώριζε καλά και το έλεγχε.
Επίσης από τις χαμένες σημειώσεις του Συνταγματάρχη Henry Sygne, γνωρίζουμε ότι και αυτός έψαχνε να βρει τα μεταλλεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην ίδια περιοχή, αν και πουθενά δεν αναγράφεται όμως ότι σε αυτή την περιοχή και τον Όλυμπο υπήρχαν τέτοια μεταλλεία.
Ο Συνταγματάρχης Henry Sygne
Οι ενδείξεις και οι φήμες όμως δεν αποτελούν τεκμήριο ότι πραγματικά ο Νικοτσάρας βρήκε το υπόψη θησαυροφυλάκιο. Από ότι φαίνεται η λαϊκή αφήγηση κατά τους νεότερους χρόνους είναι αυτή που κατά την γνώμη μου δημιούργησε την φήμη περί εύρεσης του μακεδονικού θησαυρού.
Μια επιτόπια μικρή έρευνα στα λημέρια του Νικοτσάρα στο αρματολίκι του Βλαχολείβαδου, στα Πιέρια αλλά και στον Όλυμπο, ήταν το επόμενο βήμα.
Η δύσκολη διαδρομή, παρά τα σύγχρονα μέσα τους δασικούς δρόμους και την χρηση ημιονων, μέχρι την περιοχή του αρματολικιού εκεί που όλες οι ενδείξεις συνέκλιναν στο λημέρι του Νικοτσάρα, δεν μας αποθάρρυνε. Σε αυτή την περιήγησή μας είχαμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε με πολλούς απλοϊκούς ανθρώπους που μας διηγηθήκαν τον θρύλο και υπέδειξαν με την δική τους ματιά τα απάτητα λημέρια της κλεφτουριάς.
Ακόμη και αν τίποτα από αυτά που ειπωθήκαν, μπορεί να μην είχαν καμμιά αποδεδειγμένη ιστορική ή αρχαιολογική αξία, για μας το εγχείρημα αποδείχθηκε ότι άξιζε τον κόπο.
Φυσικά ακούσαμε ιστορήματα αλλά και είδαμε και τις περιοχές, εκεί που με την άδεια των αρχών, σύγχρονοι χρυσοθήρες ανέσκαπταν για την εύρεση ενός θαμμένου θησαυρού που κατά τα λεγόμενά τους, μόνο με το θησαυροφυλάκιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου θα μπορούσε να συγκριθεί.
Διαβάζοντας επίσης τις σημειώσεις των ξένων περιηγητών που επισκεφτήκαν τις περιοχές αυτές και ατενίζοντας την θέα από τα απάτητα αυτά μέρη προς στιγμή αισθάνθηκαμε δέος μπροστά σε αυτούς τους ανθρώπους, που όπως έλεγε και ο Ρήγας Φεραίος:
Ως πότε παλληκάρια, να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγομε’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Επειδή, σύμφωνα με την μελέτη μέσα από αυστριακά κείμενα αλλά και τις σημειώσεις πολλών άτυπων ερευνητών καθώς και τις λαϊκές αφηγήσεις, αναφερόταν και το άλλο θησαυροφυλάκιο στην περιοχή της Καρυάς, έπρεπε να εξεταστεί και αυτή η εκδοχή.
Εξάλλου και εδώ αναφέρονταν επίσης ο θρύλος ότι σε κάποιο σημείο από την περιοχή μεταξύ Κρυόβρυσης, Σκαμνιάς και Καρυάς υπάρχει ένα σπήλαιο όπου από αυτό πέρασε και ο Μέγας Αλέξανδρος κατευθυνόμενος προς την Ασία και εκεί αφού έκρυψε τους θησαυρούς του στη συνέχεια κάλυψε την είσοδο του άντρου.
Το ερώτημα επίσης που μας απασχόλησε σχετικά με τον θρύλο ήταν: Θα μπορούσε ο θησαυρός να είχε ανακαλυφθεί σε άλλη περιοχή εκτός του Βλαχολίβαδου;
Οι ενδείξεις και οι φήμες όμως δεν αποτελούν τεκμήριο ότι πραγματικά ο Νικοτσάρας βρήκε το υπόψη θησαυροφυλάκιο. Από ότι φαίνεται η λαϊκή αφήγηση κατά τους νεότερους χρόνους είναι αυτή που κατά την γνώμη μου δημιούργησε την φήμη περί εύρεσης του μακεδονικού θησαυρού.
Στα λημέρια του Νικοτσάρα.
Μια επιτόπια μικρή έρευνα στα λημέρια του Νικοτσάρα στο αρματολίκι του Βλαχολείβαδου, στα Πιέρια αλλά και στον Όλυμπο, ήταν το επόμενο βήμα.
Η δύσκολη διαδρομή, παρά τα σύγχρονα μέσα τους δασικούς δρόμους και την χρηση ημιονων, μέχρι την περιοχή του αρματολικιού εκεί που όλες οι ενδείξεις συνέκλιναν στο λημέρι του Νικοτσάρα, δεν μας αποθάρρυνε. Σε αυτή την περιήγησή μας είχαμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε με πολλούς απλοϊκούς ανθρώπους που μας διηγηθήκαν τον θρύλο και υπέδειξαν με την δική τους ματιά τα απάτητα λημέρια της κλεφτουριάς.
Ακόμη και αν τίποτα από αυτά που ειπωθήκαν, μπορεί να μην είχαν καμμιά αποδεδειγμένη ιστορική ή αρχαιολογική αξία, για μας το εγχείρημα αποδείχθηκε ότι άξιζε τον κόπο.
Φυσικά ακούσαμε ιστορήματα αλλά και είδαμε και τις περιοχές, εκεί που με την άδεια των αρχών, σύγχρονοι χρυσοθήρες ανέσκαπταν για την εύρεση ενός θαμμένου θησαυρού που κατά τα λεγόμενά τους, μόνο με το θησαυροφυλάκιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου θα μπορούσε να συγκριθεί.
Διαβάζοντας επίσης τις σημειώσεις των ξένων περιηγητών που επισκεφτήκαν τις περιοχές αυτές και ατενίζοντας την θέα από τα απάτητα αυτά μέρη προς στιγμή αισθάνθηκαμε δέος μπροστά σε αυτούς τους ανθρώπους, που όπως έλεγε και ο Ρήγας Φεραίος:
Ως πότε παλληκάρια, να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγομε’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Επειδή, σύμφωνα με την μελέτη μέσα από αυστριακά κείμενα αλλά και τις σημειώσεις πολλών άτυπων ερευνητών καθώς και τις λαϊκές αφηγήσεις, αναφερόταν και το άλλο θησαυροφυλάκιο στην περιοχή της Καρυάς, έπρεπε να εξεταστεί και αυτή η εκδοχή.
Εξάλλου και εδώ αναφέρονταν επίσης ο θρύλος ότι σε κάποιο σημείο από την περιοχή μεταξύ Κρυόβρυσης, Σκαμνιάς και Καρυάς υπάρχει ένα σπήλαιο όπου από αυτό πέρασε και ο Μέγας Αλέξανδρος κατευθυνόμενος προς την Ασία και εκεί αφού έκρυψε τους θησαυρούς του στη συνέχεια κάλυψε την είσοδο του άντρου.
Το ερώτημα επίσης που μας απασχόλησε σχετικά με τον θρύλο ήταν: Θα μπορούσε ο θησαυρός να είχε ανακαλυφθεί σε άλλη περιοχή εκτός του Βλαχολίβαδου;
Είναι γνωστό ότι ο Νικοτσάρας έδρασε για μεγάλο διάστημα ως πειρατής στα παράλια της Πιερίας και στις ανατολικές παρυφές του Ολύμπου.
Σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία και τα «Στρατιωτικά Ενθυμήματα» του αγωνιστή Νικόλαου Κασομούλη, τα όρια του αρματολικιού στο Βλαχολίβαδο ήταν:
Ανατολικά: Οι κορυφές και οι πλαγιές του Άνω Ολύμπου, κατεβαίνοντας προς την περιοχή του Πλαταμώνα και της Κατερίνης.
Δυτικά: Τις υπώρειες προς την Ελασσόνα και τον ποταμό Αλιάκμονα.
Βόρεια: Τον ορεινό όγκο των Πιερίων και τα όρια προς τα χωριά της επαρχίας Βέροιας (π.χ. Καμβούνια).
Νότια: Το κάτω όριο από το αρματολίκι του Λιβαδίου ήταν το όρος Τίταρος και η Δολίχη που αποτελούσε το φυσικό νότιο προπύργιο του με το Αρματολίκι του Κάτω Ολύμπου, με έδρα τη Ραψάνη που άνηκε στους Τζαχειλαίους.
Η Καρυά Ολύμπου και ειδικότερα το οροπέδιο της Καρυάς, αποτελούσε το μεταίχμιο και το βασικό πέρασμα ανάμεσα στα δύο αρματολίκια.
Εξετάζοντας τα δεδομένα το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι:
Ο Νικοτσάρας δεν είχε την ευκαιρία αλλά και τον χρόνο σαν πειρατής πλέον και όχι ως στεριανός αρματολός, να βρει ένα καλά κρυμμένο σπήλαιο σε ξένο αρματολίκι.
Η περίοδος μέχρι να ενηλικιωθεί μετά τον θάνατο του πατέρα του, όπου είχε καταφύγει για προστασία μαζί με τον αδελφό του στους Λαζαίους στην Άνω Μηλιά, δεν φαίνεται σαν μια ισχυρή ένδειξη δυνατότητας για τέτοια πράξη αν και είναι γνωστό ότι αυτή την περίοδο επιδόθηκε σε ληστείες στο δικό του τσιφλίκι.
Επίσης και το χρονικό διάστημα που ζούσε ήρεμα την οικογενειακή του ζωή στην Καρύτσα με την γυναίκα του, την Νικοτσάρα Χάιδω, είναι απίθανο να είχε ανακαλύψει το θησαυροφυλάκιο σε κάποια από αυτές τις περιοχές, καθότι μια τέτοια πράξη θα απαιτούσε ενεργή δράση.
Σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία και τα «Στρατιωτικά Ενθυμήματα» του αγωνιστή Νικόλαου Κασομούλη, τα όρια του αρματολικιού στο Βλαχολίβαδο ήταν:
Ανατολικά: Οι κορυφές και οι πλαγιές του Άνω Ολύμπου, κατεβαίνοντας προς την περιοχή του Πλαταμώνα και της Κατερίνης.
Δυτικά: Τις υπώρειες προς την Ελασσόνα και τον ποταμό Αλιάκμονα.
Βόρεια: Τον ορεινό όγκο των Πιερίων και τα όρια προς τα χωριά της επαρχίας Βέροιας (π.χ. Καμβούνια).
Νότια: Το κάτω όριο από το αρματολίκι του Λιβαδίου ήταν το όρος Τίταρος και η Δολίχη που αποτελούσε το φυσικό νότιο προπύργιο του με το Αρματολίκι του Κάτω Ολύμπου, με έδρα τη Ραψάνη που άνηκε στους Τζαχειλαίους.
Η Καρυά Ολύμπου και ειδικότερα το οροπέδιο της Καρυάς, αποτελούσε το μεταίχμιο και το βασικό πέρασμα ανάμεσα στα δύο αρματολίκια.
Εξετάζοντας τα δεδομένα το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι:
Ο Νικοτσάρας δεν είχε την ευκαιρία αλλά και τον χρόνο σαν πειρατής πλέον και όχι ως στεριανός αρματολός, να βρει ένα καλά κρυμμένο σπήλαιο σε ξένο αρματολίκι.
Η περίοδος μέχρι να ενηλικιωθεί μετά τον θάνατο του πατέρα του, όπου είχε καταφύγει για προστασία μαζί με τον αδελφό του στους Λαζαίους στην Άνω Μηλιά, δεν φαίνεται σαν μια ισχυρή ένδειξη δυνατότητας για τέτοια πράξη αν και είναι γνωστό ότι αυτή την περίοδο επιδόθηκε σε ληστείες στο δικό του τσιφλίκι.
Επίσης και το χρονικό διάστημα που ζούσε ήρεμα την οικογενειακή του ζωή στην Καρύτσα με την γυναίκα του, την Νικοτσάρα Χάιδω, είναι απίθανο να είχε ανακαλύψει το θησαυροφυλάκιο σε κάποια από αυτές τις περιοχές, καθότι μια τέτοια πράξη θα απαιτούσε ενεργή δράση.
Το μόνο που έμενε να εξεταστεί ήταν και ο θρύλος επίσης περί των θησαυρών στον τάφο του.
Επίλογος: Η ταφή στη Σκιάθο, ένας ήρωας του βουνού που αναπαύεται στη θάλασσα.
Η λογοτεχνική σφραγίδα ήταν αυτή, κατά την άποψή μας, που τέθηκε πάνω στον θρύλο αυτόν για τον άγνωστο τάφο του Νικοτσάρα με:
Τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στο διήγημά του «Στην Αγι-Αναστασά» ο οποίος και απογείωσε αυτόν τον θρύλο, περιγράφοντας με μοναδικό τρόπο τον «άγνωστο τάφο» και συντηρώντας το μυστήριο στη λαϊκή φαντασία.
Το «Φθινοπωρινόν Ρόδον» του λογοτέχνη Αλέξανδρου Μωραϊτίδη από την Σκιάθο περιγράφει το άγριο, βραχώδες και απομονωμένο τοπίο της βορειοανατολικής Σκιάθου, όπου ένας μυστηριώδης σωρός από λευκά λιθάρια υποδεικνύει το τάφο του Νικοτσάρα.
Επίσης η λαϊκή μούσα που τραγούδησε:
Σ’ το Σκιάθο καί σ’ το Σκόπελο ποτέ κατής δεν κραίνει,
Γιατ’ ειν’ λημέρι του Σταθά, βίγλα του Νικοτσάρα.
Εκείνον που Φοβέριζε και όλοι τον έτρέμα,
Πήγανε και τον θάψανε σ’ του Λεχωνιού το ρέμμα.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η λαϊκή φαντασία δημιούργησε τον μύθο περί θησαυρών και τον Μέγα Αλέξανδρο, θέλοντας να δείξει την συνέχεια του έθνους και των πατρογονικών ηρώων ταυτίζοντάς τους με τον μεγαλύτερο ήρωα στη Μακεδονία που διδάσκονταν εκείνα τα χρόνια στα σχολεία.
Ο Νικοτσάρας πράγματι τάφηκε στη Σκιάθο το 1807. Ωστόσο, οποιοσδήποτε «συγκεκριμένος» τάφος, σωρός από πέτρες ή σημείο που υποδεικνύεται σήμερα ως το μνήμα του, είναι απλώς ένας θρύλος, καθώς η πραγματική τοποθεσία παρέμεινε σκόπιμα ένα πολύ καλά κρυμμένο μυστικό που χάθηκε στους αιώνες.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Βακαλόπουλος Απ., (1992), Ιστορία της Μακεδονίας 1354–1833. Θεσσαλονίκη: Εκδ. Βάνιας.
Ζησίου Γ. Κωνσταντίνου. , (1889), Νικοτσάρας, Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Ερμού.
Κασομούλης Ν., (1939), Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833) τόμος Α΄. Αθήνα.
Πολίτης Αλ., Το δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα, Αθήνα, Ερμής, 1981.
Σάθας Κ., (1869), Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήνα: Τυπογρ. Τέκνων Α. Κορομηλά.
Στρατιωτική Ιστορία, Νικοτσάρας-Ο Αετός του Ολύμπου, Βαρσάμη Δ., τεύχος 96, εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ, Αύγουστος 2004.
Χιονίδης Γ., Ο Νικοτσάρας, σκιαγραφία της δράσεώς του, Μνημοσύνη, 4(1972-73).
Σημείωση: Μελλοντικά θα παρουσιαστεί ένα ενδιαφέρον θέμα από αυτά τα λημέρια της κλεφτουριάς, το οποίο ανασυνθέτουμε μέσα από ιστορικά έγγραφα και αναφορές.
Ευχαριστώ για την ανάγνωση!
Τα βιβλία μου:
- 1 : Το Θησαυροφυλάκιο με το Σκήπτρο του Μ. Αλεξάνδρου
- 2 : Άδηλος Τάφος
- 3 :The Unmarked Tomb of Alexander the Great (Kindle)
- (Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στο προφίλ μου, στη δεξιά στήλη του blog)



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου