Γιατί να επισκεφτείτε το ιστολόγιο «Άδολα Χρόνια»

Στο ιστολόγιο «Άδολα Χρόνια» εξερευνώ την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τις θεωρίες για τον άγνωστο ή «άδηλο τάφο» του στην Πιερία, και τις λαογραφικές παραδόσεις της Μακεδονίας και όχι μόνο. Μέσα από προσωπική έρευνα και συγγραφική ματιά, θα βρείτε άρθρα για: Πού μπορεί να βρίσκεται ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τι λένε οι ιστορικές πηγές και οι σύγχρονες θεωρίες Μύθους και θρύλους της Μακεδονίας. Σκέψεις ενός συγγραφέα πάνω στην ιστορία και τον χρόνο

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Η ληστεία της οθωμανικής χρηματαποστολής από τους Κλέφτες του Κισσάβου και του Ολύμπου το 1803


Το λημέρι στον Κίσσαβο


 Ήταν 23 Απριλίου του 1803, ημέρα εορτής του στρατηλάτη Αγίου Γεωργίου. Τα παλικάρια από τα μπουλούκια στα λημέρια του Κισσάβου ήταν όλα μαζεμένα εκεί ψηλά, μέσα στη χαράδρα του μεγάλου ρέματος, για να γιορτάσουν. Χωρίς φασαρία και φωνές, ήταν μια σύναξη γεμάτη κατάνυξη, όπως και ο εκκλησιασμός που είχε προηγηθεί νωρίτερα στο σπήλαιο του Νερόλακκα. 
Λημέρι κλεφτών

Αποψη από λημέρι κλεφτών 

Οι καπετάνιοι κάθε τέτοια μέρα μαζεύονταν και, ξεχνώντας τις όποιες διαφορές και αντιπάθειες μεταξύ τους, αντάλλασσαν εμπειρίες και νέους όρκους συνεργασίας. 

Από κάτω, το ποτάμι κυλούσε τα σκοτεινά νερά του σχετικά ήρεμα, λόγω και των λιγοστών βροχών της εποχής. Ένα ποτάμι που, ανάλογα με το σημείο της ροής του, τόσο οι ξένοι περιηγητές όσο και οι οθωμανικές αρχές το κατέγραφαν είτε ως Ντερέ (Ρέμα) είτε ως Kara Su (Μαύρο Νερό). Πρόκειται για τον αρχαίο ποταμό Αμύρο (ή κατ' άλλους Όγχηστο), που αιώνες τώρα πήγαζε από τον Κίσσαβο, διάσχιζε το Δώτιο Πεδίο και χυνόταν στη λίμνη Κάρλα (Βοιβηίδα). Παρά τα σύγχρονα τεχνικά έργα, τα ίχνη της ροής του διατηρούνται ακόμη αναλλοίωτα, κουβαλώντας την ιστορία του.

 Ο γραμματικός κοίταξε το ποτάμι και σκεφτικός αναλογίστηκε όλα όσα γνώριζε για την ιστορία του τόπου, όπως τα είχε διδαχθεί από τους ιερείς δασκάλους του. Το ποτάμι, έλεγαν, ήταν ο Άμυρος, ο γιος του θεού Ποσειδώνα. Χαμογέλασε με μια σκιά θλίψης και μουρμούρισε: 
«Άμυρος τον έλεγαν οι παλιοί... Γιος του Ποσειδώνα, έλεγαν οι δάσκαλοί μου στη Βιέννη... κι εμείς σήμερα τον καταντήσαμε απλό ντερέ...» 
Έριξε μια ματιά στην κούπα με το κρασί του και ενδόμυχα έκανε μια ευχή στον Άγιο για την επόμενη χρονιά: να ήταν όλοι πάλι ζωντανοί, ελεύθεροι, και όλα αυτά τα αμούστακα παιδιά τριγύρω του να είχαν την ευκαιρία να καθίσουν στα έδρανα ενός σχολείου για να μάθουν την ιστορία του τόπου τους. Μια ιστορία που θα τους δίδασκε ότι από τα ίδια κλήματα των αμπελιών της περιοχής τους έβγαινε και το κρασί των Αργοναυτών.

 Ο θόρυβος των νερών τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Οι βιγλάτορες πάνω ψηλά στις κορυφές έκαναν καλά τη δουλειά τους, ατενίζοντας τον κάμπο της Αγιάς και τα νερά της λίμνης. Ό,τι κινούταν το έβλεπαν και το μετέδιδαν αμέσως με το δίκτυο που είχαν οργανώσει με φωτιές και καπνό. Αυτοί ήταν τα μάτια τους. Άνθρωποι κυνηγημένοι από τους ουλαμούς των κατακτητών, που ζητούσαν μόνο τον χαλασμό τους. Αναστέναξε και σιγομουρμούρισε: 
«Ως πότε όμως να κάνουμε υπομονή και ως πότε θα ζούμε κυνηγημένοι μέσα στα άγρια βουνά, μακριά από τα σπίτια μας; Θεέ μου, δες μας πού βρισκόμαστε για να Σε δοξάσουμε. Ακόμη και τα συνήθη λημέρια μας αποφύγαμε για να βρεθούμε εδώ, στην κρυφή χαράδρα του Κισσάβου. Ελπίζουμε ελεύθεροι του χρόνου, όσοι ζήσουμε, να βρεθούμε στα χωριά μας. Είμαστε ήδη πάνω από 200 νοματαίοι μαζεμένοι εδώ για τη χάρη του Αγίου».

 Περπάτησε αργά μέχρι την άκρη του γκρεμού και άκουσε τα αηδόνια να κελαηδούν μέσα στη σκοτεινιά. Το τραγούδι τους του φάνηκε χαρούμενο. «Ένας καλός οιωνός, αν και οι δικές μας οι καρδιές είναι μαύρες όσο είναι σκλαβωμένα τα αδέρφια μας», είπε, και στράφηκε προς το σημείο διανομής του φαγητού. Ο μπάρμπα-Θεοχάρης μοίραζε ήδη το βραστό φαγητό στα πεινασμένα παλικάρια. Ο γραμματικός παρέλαβε τη μερίδα του και πλησίασε τον καπετάνιο, ο οποίος σκεφτικός μασουλούσε ένα κομμάτι κρέας με λίγο σταρένιο ψωμί. Γνώριζε ήδη τα σχέδιά του. Η ομάδα τους έπρεπε σύντομα να αναχωρήσει για το πέρασμα όπου τους περίμενε το πρωτοπαλίκαρο του καπετάν Τζαχείλα του Ολύμπου. Νωρίτερα το πρωί, είχε γίνει η επιβεβαίωση με τον συνθηματικό καπνό ότι η οθωμανική συνοδεία είχε ετοιμαστεί για τη μεταφορά της χρηματαποστολής του Μεγάλου Βεζίρη. Είχε μαθευτεί, επίσης, από τους μουλαράδες η αλλαγή του δρομολογίου: μια πομπή με 25 ημίονους και 40 καμήλες. 


Στο πέρασμα του Ομολίου (Λασποχωρίου)


 Η ασφαλής διαδρομή διακίνησης του πλούτου από τα εμπορεύματα και τους φόρους γινόταν από τον Βόλο, διαμέσου των Τεμπών, προς την Κωνσταντινούπολη. Στην έξοδο των Τεμπών, κοντά στο Λασποχώρι (Ομόλιο), υπήρχε η μοναδική σταθερή γέφυρα που ένωνε τη Νότια Ελλάδα και τη Θεσσαλία με τη Μακεδονία. Η οθωμανική διοίκηση γνώριζε πολύ καλά ότι όποιος ήλεγχε αυτή τη γέφυρα, ήλεγχε το εμπόριο, τα καραβάνια και τις κινήσεις των στρατευμάτων. Για την ασφάλεια αυτών των περασμάτων (δερβένια), οι Οθωμανοί είχαν ιδρύσει μόνιμους στρατιωτικούς σταθμούς (καραούλια) σε επίκαιρα σημεία. Ένα από αυτά ήταν ο στρατώνας-φυλάκιο «Οντάς του Πυργετού».

 Ο Πυργετός, λόγω της κομβικής γεωγραφικής του θέσης στην έξοδο της κοιλάδας των Τεμπών, αποτελούσε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο ελέγχου. Εκεί είχε εγκατασταθεί φρουρά από Τουρκαλβανούς (Λιάπηδες και Τόσκηδες), διαβόητους για τη σκληρότητά τους, καθώς και σώματα δερβενάγαδων. Αποστολή τους ήταν η φύλαξη των στενών, η είσπραξη των δασμών και η καταστολή των Ελλήνων αρματολών της Ραψάνης και του Ολύμπου. 

Τότε, όμως, η γέφυρα στεκόταν πληγωμένη από τις πρόσφατες πλημμύρες του Σαλαμπριά (Πηνειού), καθώς είχαν γκρεμιστεί κάποιες από τις καμάρες της. Οι ταξιδιώτες, τα εμπορεύματα και τα ζώα επιβιβάζονταν σε μεγάλες ξύλινες πλατφόρμες (περάματα) που τις τραβούσαν με σχοινιά από τη μία όχθη στην άλλη, μια διαδικασία εξαιρετικά επικίνδυνη.

 Ο γραμματικός χαμογέλασε κοιτώντας τα βυζαντινά βάθρα πάνω στα οποία πατούσε η οθωμανική γέφυρα του 1666, την οποία οι ντόπιοι θεωρούσαν λανθασμένα ως «αρχαία έργα του Ξέρξη». Κατόπιν έστρεψε το βλέμμα στον απογευματινό ήλιο. Όλοι τους βρίσκονταν ήδη στις προκαθορισμένες θέσεις τους, απαρατήρητοι από τις λιγοστές φρουρές.


 Ο αστραπιαίος αιφνιδιασμός των Κλεφτών


 Όταν η οθωμανική αποστολή έφτασε στη μισογκρεμισμένη γέφυρα, εγκλωβίστηκε στη σειρά περιμένοντας να περάσει απέναντι. Η εμπροσθοφυλακή πέρασε πρώτη και, αφού έκανε έναν γρήγορο έλεγχο ρουτίνας με τη μικρή φρουρά του Πυργετού, αναχώρησε προς τον επόμενο σταθμό του Πλαταμώνα. Ο κύριος κορμός της εφοδιοπομπής, αποτελούμενος από έναν μεγάλο αριθμό καμηλών φορτωμένων με τα εμπορεύματα και τους φόρους, ακολούθησε αμέσως. Η οπισθοφυλακή και η βαριά στρατιωτική συνοδεία ασφαλείας παρέμεναν πίσω. Αυτό ήταν και το μοιραίο λάθος διάταξης. Υποτιμώντας τον κίνδυνο, λόγω της γειτνίασης με τον στρατώνα του Πυργετού, αποφάσισαν να περάσουν πρώτα το πολύτιμο φορτίο με τις καμήλες και ελάχιστους φρουρούς, αφήνοντας τον κύριο όγκο του στρατού στην πλευρά του Κισσάβου. 

Οι Κλέφτες εκμεταλλεύτηκαν αριστοτεχνικά την κατάσταση. Ένα τμήμα τους, κρυμμένο στα πυκνά δέντρα, τα λασπόνερα και τις καλαμιές της όχθης, είχε πλέον τον τέλειο στόχο. Ταυτόχρονα, ένα δεύτερο τμήμα κατέβηκε αστραπιαία από τις πλαγιές του Κάτω Ολύμπου και χτύπησε το καραβάνι των καμηλών τη στιγμή ακριβώς που ξεμπαρκάριζαν στην όχθη της Ραψάνης. Οι ελάχιστοι φρουροί και οι οδηγοί εξουδετερώθηκαν αμέσως και ρίχτηκαν στο ποτάμι. Η βαριά φρουρά στην απέναντι όχθη του Κισσάβου κοιτούσε ανήμπορη, καθώς δεν μπορούσε να διαβεί τα ορμητικά νερά του Πηνειού χωρίς τις σχεδίες, τις οποίες ήλεγχαν πλέον οι Κλέφτες. 


Ο μύθος του κλεμμένου θησαυρού 


Ο γραμματικός σημείωσε στο κατάστιχό του για εκείνες τις ημέρες: 


1803, Απριλίου 29 


«Σήμερον, 23 Απριλίου του Σωτηρίου έτους 1803, όλα τα παλικάρια γιορτάζαμε τον στρατηλάτη Άγιο Γεώργιο και παρακαλούμε τη χάρη Του να μας βρει του χρόνου όλους πάλι εν ζωή. Είμαστε 200 μαζεμένοι στη χαράδρα του Κισσάβου και από κάτω βλέπουμε το μαύρο ποτάμι να κυλάει ήρεμο και τα αηδόνια να κελαηδούν χαρούμενα. Μόνο οι δικές μας οι καρδιές είναι μαύρες όσο θα είναι σκλαβωμένα τα αδέρφια μας. Ο μπάρμπα-Θεοχάρης είχε ετοιμάσει το βραστό φαγητό και το μοίραζε στα παλικάρια, γιατί έπρεπε να ετοιμαστούμε για την ενέδρα. Περιμέναμε ότι θα περνούσε η χρηματαποστολή των Γόννων και Αγιάς με 40 γκαμήλες. Την άλλη μέρα το μεσημέρι φάνηκαν οι άπιστοι, ενώ εμείς είχαμε κρυφτεί μέσα στα λιγούστρα κοντά στη γέφυρα του Ξέρξη από την πλευρά της Ραψάνης. Τους αφήσαμε να περάσουν με τις σχεδίες και, αφού πέρασαν όλα τα ζώα, τους χτυπήσαμε όλους, κάπου 80 άτομα, μονομιάς με τα κουμπούρια μας και τους πετάξαμε στα μαύρα νερά του ποταμού Σαλαμπριά. Πήραμε τις γκαμήλες φορτωμένες και τις οδηγήσαμε στη Ράχη του Καραγιάννη. Εκεί βρήκαμε κάτω στο ρέμα έναν βράχο άσπρο και μυτερό, σκάψαμε μια μεγάλη γούβα δύο μπόγια, βάλαμε τη χρηματαποστολή, τη σκεπάσαμε και φύγαμε για την Γκόλιανη, γιατί ήδη οι ουλαμοί από τον οντά του Πυργετού είχαν αρχίσει να μας ψάχνουν. Καθίσαμε τέσσερις μέρες στην Γκόλιανη και μετά φύγαμε για το Καστρί Λουτρό του Τυρνάβου και για το κάστρο του Βεζίρ Τεπέ στον Όλυμπο». 

Υφαντής
 

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο κυκλοφόρησε ευρέως κατά τη δεκαετία του 1970 μεταξύ θησαυροκυνηγών και αργότερα ως λαϊκή αφήγηση που προερχόταν υποτίθεται από κάποιο μοναστήρι. Αποτελεί παραλλαγή μιας πραγματικής ενθύμησης της περιόδου, στην οποία τροποποιήθηκαν και προστέθηκαν τα στοιχεία της απόκρυψης του θησαυρού για προφανείς σκοπιμότητες. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε ο μύθος για τον χαμένο θησαυρό των φόρων προς τον Σουλτάνο. 

Όπως αναφέρει η αφήγηση, οι Κλέφτες κατευθύνθηκαν προς τη «Ράχη του Καραγιάννη» παρακάμπτοντας την φρουρά στην Ραψάνη και κατευθυνόμενοι προς τα δικά τους ασφαλή μέρη. Τα χαραγμένα μονοπάτια συνέδεαν τη Ραψάνη με τα χωριά κατά μήκος της κοιλάδας (Γόννοι, Ιτέα, Τέμπη, Ομόλιο) ενώ τα βόρεια δρομολόγια ήταν δυσκολοπερπάτητα και οδηγούσαν ψηλά στα απάτητα μέρη του Ολύμπου όπως και στο αρματολίκι του Κάτω Ολύμπου στην Κάρυά. Από τα κατάστιχα του Αγίου Αθανασίου γνωρίζουμε ότι το 1801 η οικογένεια Καραγιάννη κατοικούσε ήδη στη Ραψάνη. Επειδή τα μαντριά τους βρίσκονταν πάνω στη μεγάλη ράχη, η τοποθεσία πήρε το όνομά τους.

 Η αναφορά για την ταφή του θησαυρού σε εκείνο το σημείο στερείται ιστορικής βάσης, καθώς δεν υπήρχε ο απαραίτητος χρόνος για εκσκαφή βάθους 3 μέτρων (δύο μπόγια), την ίδια στιγμή που η οθωμανική φρουρά του Πυργετού είχε ήδη εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό. 

Στην περιοχή δέσποζε και η κορυφή Γκόλιανη, η οποία προσφέρει ανεμπόδιστη, πανοραμική θέα προς την κοιλάδα των Τεμπών, τον Πηνειό, τον Κίσσαβο και τον Θερμαϊκό Κόλπο. Τέτοιες γυμνές κορυφές αποτελούσαν τα ιδανικά φυσικά παρατηρητήρια για τον έλεγχο των τουρκικών κινήσεων. Σήμερα, η Γκόλιανη αποτελεί πέρασμα του ιστορικού εθνικού μονοπατιού Ο2 του Κάτω Ολύμπου. 

Όταν τα πράγματα ηρέμησαν, η ομάδα των Κλεφτών διασπάστηκε στα δύο.
Οι Κλέφτες του Κισσάβου ακολούθησαν το παραθαλάσσιο δρομολόγιο προς το Καστρί Λουτρό, παρακάμπτοντας τη φρουρά του βυζαντινού κάστρου που λειτουργούσε ως παρατηρητήριο στην είσοδο των Τεμπών. 
Η ομάδα του Ολύμπου κινήθηκε προς την Καρυα και στο υψωμα Τίτνατα, που ήταν και το καταφύγιό τους, παρακάμπτοντας το Βεζίρ Τεπέ, το οχυρό που είχε χτίσει ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων στην προσπάθειά του να καθυποτάξει την κλεφτουριά (σήμερα σώζονται μόνο τα θεμέλιά του). 
Το τι απέγινε τελικά ο θησαυρός, κανείς δεν μπορεί να το απαντήσει με σιγουριά, αν βέβαια υπήρξε ποτέ. 


Επίλογος 


Αν αποσυναρμολογήσουμε τον μύθο του κρυμμένου θησαυρού, πίσω από τις γραμμές του κειμένου αναδύεται ένα αληθινό στρατιωτικό θρίλερ των αρχών του 19ου αιώνα. Η περιγραφή φωτογραφίζει μια κλασική επιχείρηση αποκοπής και αιφνιδιασμού. Στη μισογκρεμισμένη γέφυρα του Ομολίου, όπου το πέρασμα γινόταν με σχεδίες, το οθωμανικό καραβάνι διέπραξε ένα θανάσιμο τακτικό λάθος: πέρασε απέναντι τις καμήλες με το φορτίο, αφήνοντας τη μεγάλη φρουρά εγκλωβισμένη στην αντίθετη όχθη. 
Οι Κλέφτες του Ολύμπου και του Κισσάβου, άριστοι γνώστες του πεδίου, χτύπησαν στο «τυφλό σημείο», καταφέρνοντας ένα καίριο πλήγμα στην οικονομία του Αλή Πασά. 

Συχνά οι μεταγενέστεροι μύθοι μιλούν για χαμένα σεντούκια και κρυμμένα πλούτη στα ρέματα. Η ιστορική αλήθεια όμως είναι πιο πεζή και συνάμα πιο ηρωική: ό,τι κέρδιζαν τα παλικάρια της κλεφτουριάς γινόταν αμέσως μπαρούτι, βόλια και ψωμί. Ο μόνος θησαυρός που κρατούσαν ζωντανό στα κρησφύγετά τους ήταν η ελπίδα για την Επανάσταση που ερχόταν.

Δείτε τον ΠΙΝΑΚΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ως ένα πλήρη οδηγό θεμάτων του ιστολογίου μου.



Ευχαριστώ για την ανάγνωση!


Τα βιβλία μου:
  • 1 : Το Θησαυροφυλάκιο με το Σκήπτρο του Μ. Αλεξάνδρου
  • 2 : Άδηλος Τάφος
  • 3 :The Unmarked Tomb of Alexander the Great (Kindle)

  • (Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στο προφίλ μου, στη δεξιά στήλη του blog)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Νικοτσάρας: Ο Αετός του Ολύμπου, ο Θησαυρός του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ο Τάφος στη Σκιάθο

Εισαγωγή: Ο θρύλος της σπηλιάς Νικοτσάρα και του θησαυρού. Σε νεότερες αναδιηγήσεις, στην λαϊκή μνήμη δημιουργήθηκαν και θρύλοι που έχουν συ...

Δημοφιλής Αναρτήσεις